Useful expressions and work-related vocabulary
Working hours
η βάρδια
(the shift)
η εργάσιμη μέρα
(the working day)
οι εργάσιμες ώρες
(the working hours)
το διάλειμμα
(the break)
το ρεπό
(the day off)
η άδεια
(leave)
η αναρρωτική άδεια
(sick leave)
οι διακοπές
(vacation/holidays)
Remuneration
ο μισθός
(salary)
το μπόνους
(bonus)
η σύνταξη
(retirement money)
το ημερομίσθιο
(wage)
το μεροκάματο
(wage, informal)
η ασφάλιση
(insurance)
το ένσημο
(insurance stamp)
η ανασφάλιστη εργασία
(uninsured work)
η αύξηση
(salary raise)
People
ο εργοδότης
(employer)
ο συνάδελφος
(colleague)
ο αντικαταστάτης
(substitute, temp)
ο προϊστάμενος
(boss, head)
ο υφιστάμενος
(subordinate)
ο βοηθός
(assistant)
ο υπεύθυνος
(responsible)
ο μάνατζερ
(manager)
Shifts
το οχτάωρο
(8-hour shift)
το πενθήμερο
(5 days/week)
το πλήρες ωράριο
(full shift)
το μερικό ωράριο
(part time)
το συνεχές ωράριο
(straight shift)
το κυλιόμενο ωράριο
(rotating shift)
το διακεκομμένο/σπαστό ωράριο
(split shift)
η υπερωρία
(overtime)
Useful vocabulary
Εργάζομαι = δουλεύω
(to work)
Είμαι εργαζόμενος.
(I am working.)
Είμαι άνεργος.
(I am unemployed.)
Είμαι υπάλληλος.
(I am an employee.)
Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας.
(I am self-employed.)
Είμαι επιχειρηματίας.
(I am a business person.)
Είμαι εργολάβος.
(I am a contractor.)
Ψάχνω δουλειά.
(I’m looking for a job.)
Βρίσκω δουλειά.
(I find a job.)
Πιάνω δουλειά.
(I start working.)
Σχολάω στις 7.
(I finish my shift at 7.)
Employment status
η πλήρης απασχόληση
(full time job)
η μερική απασχόληση
(part time job)
η ανεργία
(unemployment)
η εποχιακή εργασία
(casual labour)
η μόνιμη εργασία
(permanent job)
η σύμβαση ορισμένου χρόνου
(fixed-term contract)
η σύμβαση αορίστου χρόνου
(permanent contract)
η δοκιμαστική περίοδος
(trial period)
η εκπαίδευση
(training)
Actions
η πρόσληψη
(hiring)
η απόλυση
(dismissal)
η προαγωγή
(promotion)
η μετάθεση
(transfer)
η συνταξιοδότηση
(retirement)